Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Καναλάρχες εγκλεισμένοι να πως κι Ελλάς πεθαίνει! Ποιητική ΑΥΤΕΝΕΡΓΟΥ.


Καναλάρχες 

εγκλεισμένοι να πως κι Ελλάς πεθαίνει!
 
ΡΩΜΗΟΣ ύστερος-Ποιητική στήλη του autenergos.

(2/9/2016 14:19-γιαγκοσ)


Ακούστε κόσμοι ακούσατε μαντάτα τραγικά
πως η Ελλάς μπουντρούμιασε παιδιά της 'ρωικά.
Ώρες βδομήντα μάρτυρες οι κύριοι τιβάδων
μ' άλλους δεν εμίλαγαν οι πρώτοι αφεντάδων.

Αυτοί που τη στεντόρεια τους στα σύμπαντ' αμολούν
που όπως όποτε ποθούν κουρκούτια τους λαλούν
σφραγίστηκαν στους ταπεινούς χώρους των ποπολάδων
τόπους δίχως μπουντουάρ, ύβρις των αφεντάδων.

Ο θρήνος είν' παλλαϊκός
θρησκευτικός και εθνικός.

Σκαϊκακια κλαίν', οδύροντ' Χατζη τα Νικολάκια
πως αφέντες το πουλί χώσαν στα λεκανάκια,
πως και οι ποπάρες χώρεσαν σε θύρες διπλωτές
οι πόρδοι που ακούγονταν σε μύτες τις λεπτές.

ΝουΔου ΠΑΣΟΚ Ποτάμιοι έχουν καταθλιβεί
Κεντρώοι, Λαφαζάνηδες γιομάτοι συντριβή
που Καναλάρχες τρέφονται με γιόματα καντίνας
φραπέ σε πλαστοπότηρ' και με χαρτοκουρτίνας.

Τρέχουν οι κομματαργηγοί και πίσω τα τσουτσούνια
και διαλαλούν: Μάρτυρες, έγιναν τα Πιτσούνια!
Ποτέ δε θα πιτρέψουμε άπασες οι ΤιΒές
μπροστά να μη μας έχουνε ή ναναι και βουβές.

Τρέξαν στον Αρχηδέσποτα βοήθεια να ζητήσουν
εις τον Θεόν παράκλησες σωσμό να ελεήσουν
δυνάμεις ναχουν οι Κανάλ να ζήσουν ως τη φέξη,
μα 'Ρώνυμος μπεκρούλιαζ' γκαλιά με τον Αλέξη.

Παρηγοριά εις την ψυχήν τους ήλθε η μεγάλη
στις θύμησες που φύτρωσε η είδησ' με κάλλη:
Αλαφουριόζος, Μηνάς Κοντός κι ο Γιάννης ο Βραδύς
τον εγκλεισμό αρνήθηκαν στείλαν λιγοφαρδείς.

Βέβαια, εκινδύνευαν Βάγγος ο Μαριδάκης
το ιδρωμένο φιντανιό, ο νιος ο Αντενάκης.
Όμως, παρηγορήθηκαν που Σκάι θαφεντεύει
και η λαλιά, η Δεξιά, πάντα θα κυριεύει.

Βέβαιη η, κι οι γύρο, Δεξιά για Πάνσοφου τη Χάρη
που Σκάι θ' εφώτιζε άδεια πως να την πάρει.
Χιλιάδες τόνους φαϊτά μπουκώνει Θεκπροσώπους
κι άχαρης ο Πανάγαθος θαν' προς τηλανθρώπους;

Ποτέ η ανθρωπότης δεν έζησε μαρτύρια
ως τούτα που βιούνε των Καναλιών τ' αλτάρια.

Τα βάσανα εγκλωβισμού δεν έχουν τελειωμό
Αριστεροί που κρέμασαν σ' αφέντες το λαιμό.
Με μια φωνή εκραύγασαν, προς Άουσβιτς κοιτούνε:
Κάλιο κει, η είδηση, μόλις θα βγουν, θα πούνε!

Ύπνο λίγον ικέτεψαν, κλάψαν οι εγκλεισμένοι
κι η σφεντονιά στα κούτελ' ήλθ' αποσβολωμένη:
Να, εκστρατείας, ο στρατός, σας στέλνει τα κρεβάτια!
Στρατός; Στρατός; Τ' είν' αυτός; Έκπληκτα ταφεντάκια!

Μα ξάφνου, αν και έγκλειστοι, στο νου τους τι θεάθη;
Μήπως η άδεια τους χαθεί και η αργατιά εχάθη!
Κλαυθμοί, 'δυρμοί πλημμύρισαν μέχρι και τη Συγγρού
Μα πλέον εκεί δεν κατοικεί, φιλέργατης ΝουΔου.

Ο πόνος έγινε βαρύς: Ποιος εργατιάν θα στέρξει;
Ποιος στοπ, στ' αριστερό σπαθί, θα πει τ' Αρταξέρξη;
Ποιος θα σκουπίζει τους λυγμούς στους πάγκους της Κλαυθμώνος
των διωγμένων εργατών που φώλιασε ο πόνος;

Κι αυτό γιατί, ως έγκλειστοι, το φως ΤιΒων εχάθη
και των στεντόρειων η φωνή δεν έφτανε στα βάθη.
Δεν άκουγαν, δε μάθαιναν τα Σκάι να βροντούνε
πως, τρίχα αργάτη αν χαθεί αυτοί θα θυσιαστούνε!

Όπως το συνηθίζουνε
όταν λυγμούς ακούνε.

Δε μάθαιναν πως οι ΤιΒές, δικά τους τα καμάρια,
στήσανε οδοφράγματα με δεξιά δοκάρια:
Εργάτης ένας αν θιγεί αν η Αριστερά τον βλάψει
το αίμα άλλων να χυθεί, ζωή άλλων να πάψει!

Αυτό το σκότος βιώνουνε
σκίζονται και ματώνουνε!

Τούτοι, που τις λαλιές πετούν με φώτα πλημμυρίζουν
τον κόσμο που φωτίζουνε τους διάλογους στολίζουν,
σκοτάδι πλημμυρίζονται, κουφοί από ειδήσεις
δεν ξέρουν που, οι δίπλα τους, ανοιγοκλειούν τις βρύσεις.

Η στρόφιγγα που έκλεισε πόσο ποτό εχύθη
πόσα ποντάρισε ο μεν και που αναρριχήθη;
Πόσοι μπροστά να βρίσκονται, ποιοι είν' οι ιδρωμένοι;
Αμάν, λιγάκι λευτεριά, να δούνε τι συμβαίνει!

'Οκτώ παρέες, να τα πιουν! Ρε, λίγες κουβεντούλες
να πούνε γι αέρηδες πως τρέχουν οι βρυσούλες.
Ελεύτερα να κοιταχτούν, οι κόρες να πεχτούνε
τα δάκτυλ' να κουνηθούν και μορς για να σταλούνε.

Μα που η Αριστερά να βρει λίγες ευαισθησίες
ως πέμπει πάντα η Δεξιά, στ' αφεντικά θυσίες.

Κι όταν ήλθε η στιγμή Γκουαντάναμο ν' αφήσουν
λογαριασμό εζήτησαν, μα ΦιΠιΑ να σβήσουν.
Και τότ', πόσ' αρπακτικό, η Αριστερά εφάνη
αφού για βδομηντάωρο και το βρακί τους βγάνει.

Ακούστε, ακούστ', ακούσατε για δυόμιση βραδιές
το χρέος τους εκόντεψε τις τρεις κατοσταριές.
Τόσες χιλιάδες τσ' άρπαξαν θρασέα 'ριστεράκια
ενώ άξιζ' αμοιβή στα δύστυχ' αφεντάκια.

Μα μόλις ξεμπουκάρισαν απ' το σκότος το μακρύ
οι νικητές εξέπληξαν, γίναμε φαλακροί:
Παραίτηση απ' νίκη τους φώναξαν και βροντούνε
διαγώνισμ' παράνομο δε νομιμοποιούνε.

Άδεια από Αριστερά ποτέ δε θα δεχτούνε
κι η Δεξιά τους τι ποιεί, 'Ριστεροί δε θα το δούνε.

Να, μεγάλα των καναλαρχών, πνεύματα κι ηθική
μόνο τους νόμους προσκυνούν, πράξη καθολική!
Ούτε παράνομα ζητούν, μα μήτε επιδιώκουν
αρκεί ν' αποφασίζουνε τι παίρνουν και θα δώκουν!
...............

[Αριστεράς βηματισιές
σπέρνουν κι ανθούν σε βατσουνιές*

Να πόσα βήματα μπορεί η Αριστερά να σπέρνει
όταν Δεξιά δε γίνεται, στο μέλλον δε τα στέλνει.
Όταν το θέλει, το μπορεί και μες στις καταιγίδες
μα αν δε θέλει ξαπατά με φρούδες τις ελπίδες].
(*βάτα)

(Η Φωτό από εφ.Έθνος)

Δεν υπάρχουν σχόλια: