Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Η Κυρία ΜΟΝΗ



Η Κυρία ΜΟΝΗ
 Χρηστος Ι. Δούλης


Δεν θέλω να είμαι ούτε ευτυχισμένος ούτε μες στην αγάπη. Kαι ιδιαίτερα την περίοδο των Χριστουγέννων. Δικαίωμά μου δεν είναι; Χαθήκανε δηλαδή άλλες μέρες; Δεν γουστάρω ούτε δέντρο, ούτε στολίδια ούτε φάτνες. Ούτε κουραμπιέδες και μελομακάρονα ούτε γεμιστές γαλοπούλες με εκείνο το άνοστο σαν χόρτο ξερό στήθος που δεν μασιέται. Αμ εκείνα τα φώτα στα μπαλκόνια; Φτάνει πια, έλεος κάθε χρόνο το ίδιο. Μακάρι να μπορούσα να έπεφτα για ύπνο παραμονές Χριστουγέννων και να ξυπνούσα μέσα του Γενάρη. Θα ήμουνα φρέσκος και θα είχα τα λεφτά που χάλασα άσκοπα τόσες μέρες. Λεφτά είπα! Τι θυμήθηκα τώρα. Αμ το άλλο το μαρτύριο να με ρωτάνε πως θα περάσω τις άγιες μέρες; Και σύρε τώρα, να απαντάς στον κάθε γείτονα και κάθε συγγενή. «Όπως θέλω ρε, θα περάσω. Εγώ δηλαδή γιατί δεν ρωτάω κανέναν; Και αναγκάζομαι να βρίσκω διάφορες απαντήσεις. Πως θα είμαι με μια φίλη που είναι και αυτή μόνη ή ότι έχω κανονίσει με φίλους να περάσουμε μαζί. «Μπορεί να κοιμάμαι, να διαβάζω. Μπορεί να φάω ή να κάνω δίαιτα, μπορεί να βάλω πλυντήριο, μπορεί να κοιτάζομαι για μέρες στον καθρέφτη. Ότι μου γουστάρει θα κάνω». Μπήκα σε ένα μαγαζί παραμονές των Χριστουγέννων να αγοράσω μια μπλούζα. Όχι επώνυμη μα της προκοπής που είχε μπροστά ένα φερμουάρ. Πήγα σπίτι τη φόρεσα και ανέβασα το φερμουάρ μέχρι πάνω στο λαιμό. Ίσαμε να σκάσω. Έκλεισα απ έξω τα πάντα. Τους Μάγους με τα δώρα, το αστέρι, τη φάτνη, τα χιόνια στο καμπαναριό, τα λαμπιόνια, τα ρεβεγιόν, τα άρθρα στα περιοδικά για το που περνούν οι σελέμπριτις τα Χριστούγεννά τους. Μα να ακούω που θα περάσει η κάθε κουτο-Σόρω και σε πιο σαλέ; Και με τούτη την κατάσταση που ζούμε; Είπα, ως εδώ. Θα τα αφήσω όλα έξω από το φερμουάρ. Δεν θα με αγγίζει, δεν θα με ακουμπάει τίποτα. Ένα μόνο δεν μπορώ. Να απαγορέψω σε εκείνη την καλή κυρία να με επισκεφτεί. Εκείνη που όταν έρχεται σπίτι φοράει πάντα ρούχα με σκούρα χρώματα. Είναι λιγόλογη σχεδόν αμίλητη, ανέκφραστη, αγέλαστη και με μια αδιόρατη θλίψη στα βαμμένα μαύρα μάτια τη
s. Σαν να είχε γυρίσει από κηδεία κάποιου γείτονά της που δεν είχαν και πολλά, πολλά. ¨Όταν έρχεται σπίτι ισιώνει τη φούστα της να μην την τσαλακώσει και κάθεται να ακούσει τηλεόραση η διαβάζει εφημερίδες και βιβλία. Στην καρέκλα της κουζίνας σπάνια κάθεται, τρώει πάντα όρθια και στα πεταχτά, τάχαμου δήθεν να μην παχύνει. Τα τελευταία χρόνια με συντροφεύει σχεδόν πάντα. Βγαίνουμε μαζί στο δρόμο και κοιτάμε τις βιτρίνες στις γιορτές και στις εκπτώσεις και σχολιάζουμε τις προσφορές. Με αυτήν πάμε σινεμά και τώρα τελευταία τα σαββατόβραδα καθόμαστε σπίτι και βλέπουμε τηλεόραση. Εκείνη που τη λένε Κυρία Μόνη η Μοναξιά σκέτο. Σε αυτήν δεν μπορώ να απαγορέψω να με επισκεφτεί γιατί έρχεται απρόσκλητη. «Εγώ θα σου κάνω παρέα», μου λέει. Κάθεται σε μια γωνιά στο σαλόνι και δεν βγάζει μιλιά μέχρι να φύγει. Ψάχνει να βρει μέρος που να μην έχει πολύ φως. Προτιμάει τις σκιές. Δεν της αρέσουν οι φωταψίες, οι δυνατοί ήχοι, οι θόρυβοι. Κλείνει τα αυτιά της, κρύβεται όταν τους ακούει. Καμία φορά βγάζει το μαντήλι της και φαίνονται τα σταχτιά γκρίζα μαλλιά της με τις λεπτές πλεξούδες δεμένες με κόκκινη κλωστή στις άκρες. Δεν απαιτεί, δεν φωνάζει, δεν γελάει. Απλά κάθεται εκεί με τις ώρες και με κοιτάει πότε, πότε. Εγώ το ξέρω πως είναι εκεί δεν της μιλάω, το έχω αποδεχτεί. Την ώρα που σβήνω τα φώτα για να πάω στο κρεβάτι μου, ετοιμάζεται να φύγει.«Φεύγεις»; Τη ρωτάω. Θα ξανάρθεις; «Μάλλον, υποθέτω μου απαντάει. Εξαρτάται βέβαια και από σένα. Έχω να πάω και άλλου. Με περιμένουνε τόσοι άλλοι. Τέτοιες μέρες γιορτινές, επισκέπτομαι πάρα πολλούς».«Καληνύχτα, άντε και του χρόνου να είμαστε καλά, της λέω» και συνεχίζω.. «Καληνύχτα, Άννα των παιδικών μου χρόνων, Ίνγκερ της Νορβηγίας των είκοσί μου χρόνων, πρώτε ολοκληρωμένε έρωτα, Αριάδνη της Ρόδου, Ντίνα της Πάτρας, Τούλα της Κέρκυρας, Βάσω της Καβάλας, Σοφία της Μυτιλήνης, Αναστασία της Σπάρτης που ειδικά εσένα σε πήρε το τσίπουρο και όσες άλλες, γυναίκες και περιπέτειες πέρασαν από τη ζωή μου και τις έχω ξεχάσει. Κάποιες από αυτές τις αγνοώ σκόπιμα επειδή με έκαναν να υποφέρω, ή για άλλες νοιώθω τύψεις και ενοχές. Καληνύχτα. Το ίδιο όνομα μου άφησαν όλες, με το ίδιο όνομα τις θυμάμαι. Όλες το ίδιο τις λένε. Μοναξιά. Δεν είναι τυχαίο που η λέξη μοναξιά είναι θηλυκό. Το αρσενικό μοναχός, σημαίνει καλόγερος. Μόνο με την Φρίντα δεν τα πάει καλά τον τελευταίο καιρό. Είναι στα μαχαίρια. Άμα τη βλέπει στη ζωή η στο μυαλό μου, πετάγεται σαν ελατήριο από την καρέκλα σαν να είχε καθίσει πάνω σε μύτες από πινέζες κατά λάθος. Σηκώνεται προσεκτικά να μην κάνει θόρυβο, κοιτάει προς την πόρτα, την ανοίγει σιγά, σιγά και εξαφανίζεται από τη σκάλα σαν την κλέφτρα Δεν πάει με το ασανσέρ για να μην κάνει θόρυβο. Φεύγει με μεγάλα βήματα σαν να πατάει σε βαμβάκι χωρίς να μου ρίξει ούτε ένα βλέμμα χάνεται εξαφανίζεται. Και του χρόνου πατριώτες. Λίγες μέρες μείνανε μέχρι να φύγουν, να περάσουν αυτές οι μέρες που κάποτε ήταν άγιες. Που θα πάει θα περάσουν. Υπομονή.

Χρηστος Ι. ΔούληςDespetos@hotmail.com










Δεν υπάρχουν σχόλια: